Μαξ Βεμπερ: Ή προτεσταντική ηθική

Το έργο του Βεμπερ αποτέλεσε σημαντική πηγή ανάλυσης της ερμηνείας του κοινωνικού κόσμου για την πλειονότητα των πολιτισμικών κοινωνιολόγων. Το επίκεντρο της έρευνας του κάλυπτε την υλιστική έμπνευση τονίζοντας τον ρόλο της εξουσίας,της στρατιωτικής δύναμης και των οργανωτικών μορφών στην διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Ή κατανόηση της ανθρώπινης δράσης αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο στο έργο του σε αντίθεση με τον μαρξ που τόνιζε το καπιταλιστικό σύστημα απομονώνοντας το ανθρώπινο στοιχείο στο μεγαλύτερο μέρος της ιδεολογίας του.

Ο Βεμπερ επηρεάστηκε βαθιά από τη γερμανική ερμηνευτική ιδεαλιστική παράδοση των Καντ και Χεγκελ αλλά και από τον Βίλχεμ Ντιλτάι. Υποστηριζε οτι η ευρυτερη γνωση γυρω απο τον ανθρωπο μεσα απο τη κατανοηση πρεπει να ανασυγκροτηθουν τα κοινα πολιτισμικα στοιχεια αλλα και να επιτευχθει η συναισθηματικη ταυτιση. Ετσι, μπορει να κατανοηθει καλυτερα η ενσοπη φυση της πραξης του υποκειμενου που τοποθετειται στο προσκηνιο. Πιστευε οτι αυτη η κατανοηση δεν ανηκει στην εμπειρικη ερευνα των βιολογικων επιστημων αλλα του πνευματος. Ο Βεμπερ πραγματικά επηρεάστηκε από τη σκέψη του Ντιλτάι αφού εκλαμβάνει τα άτομα ως ενσκοπα και ενεργά υποκείμενα. Αυτό διαφαίνεται στο έργο του <<Οικονομία και κοινωνία>> τονίζοντας την σήμαντικη δράση του αναλυτή στην κατανόηση της ενσκοπης πράξης.Το έργο του καλύπτει ένα τεράστιο ιστορικό και θεωρητικό πεδίο αλλά όχι ως μία συστηματική κοινωνική θεωρία αφού εστιαζει περισσότερο στις θρησκευτικές λειτουργίες και στις συνέπειες τους στην κοινωνική δράση του ατόμου. Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει και ένας έντονος ιδεαλισμός σε ορισμένα γραπτά του όπου θα εστιασουμε το ενδιαφέρον μας.

Ή κριτικη στον μαρξ είναι φανερή από τις διάφορες στο έργο των 2 διανοητων. Ο Βεμπερ ενδιαφέρεται απολύτως για τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου με εμπροθετη δράση. Δεν απορρίπτει εντελώς την θεωρία του μαρξ αλλά ούτε την ενστερνίζεται σε μεγάλο βαθμό. Θελει να βρει πως το καπιταλιστικο συστημα σχετιζεται με τις πολιτισμικες πρακτικες.Σε αντίθεση με τον Ντυρκεμ, δεν τοποθετεί το άτομο γύρω από ένα στατικό περιβάλλον που υποχρεωτικά πρέπει να ακολουθήσει κανόνες και να εφαρμόσει τα καθήκοντα που έχει στη καθημερινή του ζωη. Το άτομο δεν έχει ελεύθερη βούληση να ενεργήσει σύμφωνα με τις δικές του προσωπικές επιθυμίες. Ο μαρξ εντάσσει το άτομο γύρω από τον άξονα του καπιταλιστικού συστήματος ντετερμινιστικά μέσα στο οποίο ολοκληρώνει τις οικονομικές δραστηριότητες από τις οποίες προκύπτουν οι εμφύλιες σχέσεις- οι σχέσεις παραγωγής. Επίσης, δεν θέλει να δώσει μία μονόπλευρη στάση της ιστορίας στο καπιταλιστικό σύστημα λέγοντας πως είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Ή έννοια της τάξης συμβάλλει στην κατανόηση του μορφωτικού επιπέδου η του στάτους του ανθρώπου που δεν σχετίζεται με την οικονομική πλευρά. Ο αναλυτής στην βεμπεριανη θεωρία παίζει σημαντικό ρόλο στον αναστοχασμο των εσωτερικών λειτουργιών του ατόμου. Ή πολύπλευρη μελέτη του στο πεδίο των ανατολικών ιστορικών κλάδων τον βοήθησε ώστε να εντάξει στο έργο του την πολύ γραμμική εξέλιξη της ύπαρξης συστημάτων πέρα από τις μονόπλευρες θεωρίες του δυτικού καπιταλισμού που οι περισσότεροι διανοούμενοι τοποθετούν στην βάση της θεωρίας τους. Ή νεωτερικότητα πιστεύει ο Βεμπερ αποξενώνει και υποβαθμίζει την καθημερινή ζωή του ατόμου όπως και η γραφειοκρατία.

Στο έργο του Προτεσταντική ηθική (protestant ethic) αναλύει διεξοδικά την ζωή των ατόμων μέσα από το προτεσταντικό δόγμα των πουριτανών. Στρέφεται εναντίον της υλιστικής ιδεολογίας του καπιταλιστικού συστήματος αφού δημιουργεί στους ανθρώπους την επιθυμία για αλόγιστη σπατάλη σε ανούσια πράγματα που έχουν σκοπό την αισθητική ή αθλητική απόλαυση. Ως προτεστάντης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην ενσωμάτωση θεολογικών δογμάτων όπως του απόλυτου προορισμού που αποφάσιζε ήδη από την γέννηση των ανθρώπων το που θα πάνε μετά τον θάνατό τους, στην κόλαση η στον παράδεισο. Αυτό επηρεάζονταν από την καθημερινή τους ζωή. Αν οδηγουνταν σε απιστευτες σπατάλες και δεν συμπεριφέρονται ως εντιμοι προτεστάντες τότε η κόλαση ήταν ο μόνος δρόμος. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις προτεπουν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική δράση του ατόμου. Ή σωτηρία (salvation) δεν μπορεί να εξαγοραστεί με καλές πράξεις. Θεωρεί ότι είναι παράξενο οι άνθρωποι να έρχονται σε σε αυτό το σύστημα παρά μόνο από θρησκευτικές αρετες οπου ο βεμπερ επιφέρει τις ευθύνες στο καπιταλιστικό σύστημα. Επομένως συγχέεται με τη θρησκεία. Μέσω μόνο της πειθαρχημένης και σκληρής εργασίας θεωρούσαν ότι μπορούν να εξιλεωθούν σε αυτήν την σκόπιμη ορθολογική δραση με την οργανωμένη αποταμιευση, του οικονομικού οφέλους και της ανάγκης. Περιέχεται το καπιταλιστικό σύστημα με την βασική αρχή την συσσώρευση πλούτου όμως σε σχέση με τα θρησκευτικά θεμέλια για την αποταμίευση του πλούτου χωρίς την παραμικρή πολυδάπανη ανορθολογικη πράξη που δεν σχετίζεται με τα βασικά αγαθά. Δημιουργήθηκε μία οικονομική τάξη απόλυτης χρησημοθηριας που εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό. Ή χαρακτηριστική φράση μέσα στο έργο <<Το καπιταλιστικό καθεστώς συνδέεται με τις τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις της μηχανικής παραγωγής, που σήμερα προσδιορίζουν την ζωή όλων των ατόμων που γεννιούνται μέσα σε αυτές τις συνθήκες -όχι μόνο εκείνων που ασχολούνται άμεσα με την οικονομική απόκτηση- με ακατανίκητη δυναμη>> εννοεί την απομάκρυνση του θρησκευτικού ασκητισμού από την ζωή των ανθρώπων που επακολούθησε η εμφάνιση του νικητή καπιταλισμού. Δεν κατείχε καμία θέση τώρα πια στην ζωή των ανθρώπων κάνοντας τον εντελώς μη απαραιτητο. Τονίζει την απομαγευση(disenchantment) που επέφερε η νεωτερικότητα μέσα από την από προσανατολισμένη ζωή των ανθρώπων που κινεί τα νήματα της η αυξηση της γραφειοκρατίας. Αυξάνεται η ορθολογικότητα ως προς το σκοπο πράξη και όχι ως προς την αξια. Ή εργασία πραγματοποιείται λόγω ιδιοτελων, ιδιωτικών συμφερόντων για την καταξίωση στα μάτια του θεού. Ή από άποψη προσωπικής ευτυχιας που αποδίδουν την ύπαρξη τους μέσα από την εργασία. Αυτός ο τύπος εργασίας προσωποποιειται ως ασκτικος τρόπος που ταυτοποιεί την λιτή ζωή μέσα στη κοινωνία χωρίς τη θρησκευτική παρέμβαση των ηθικών μέτρων. Μέσα στο κείμενο ο Βεμπερ το αποδίδει ως εξής: <<Ο ιδεατος τύπος του καπιταλιστικού επιχειρηματία αποφεύγει την επίδειξη και τα περιττά έξοδα καθώς και τη συνειδητή απόλαυση της δύναμης του και αισθάνεται δυσφορα με εξωτερικά παράδειγματα κοινωνικής αναγνώρισης>> Αυτός λοιπόν ορίζεται ως ο ασκητικός τρόπος διαβίωσης με την επιφανειακή επίδειξη του πλούτου και την μηδαμινή άλογη υπερκατανάλωση του σε ανούσια αγαθά. Σημαντικό συνιστά να σημειώσουμε ότι ο ασκητικός τρόπος ζωής δεν συσσωρεύει τον πλούτο που κερδίζει από την σκληρή και κοπιαστική εργασία. Άλλη μία αξιόλογη φράση του Βεμπερ <<Δεν «διαθέτει τίποτε «από τον πλούτο για τον εαυτό του-εκτος από την άλογη αίσθηση ότι εκπληρώνει καλά το επαγγελματικό χρέος του»>> Ή εργασία για εκείνον ορίζεται ως κάλεσμα, αυτοσκοπός ως μία μεγάλη αξία-ορθολογικη ως προς τον σκοπό πραξη- με μία υπερ-προσπάθεια εντατικοποίησης της. Φροντίζει επομένως στην ανούσια απόκτηση αυτών των αγαθών για τα οποία εργάστηκε ο ίδιος με τόσο κόπο ώστε να συγκεντρωθούν στον τραπεζικό του λογαριασμό χωρίς καμία αξιοποίηση. Ή εργατικότητα αποδεικνύει την συσσώρευση των χρηματων που φεύγουν από τον λογαριασμό. <<Αυτά όμως όλα ακριβώς είναι που φαίνονται στον προκαπιταλιστικο άνθρωπο τοσο ακατανόητα και μυστηριώδη όσο αισχρά και αξιοκαταφρονητα. Το να κάνει κάποιος αποκλειστικό τρόπο της ζωής του να κατέβει στο τάφο φορτωμένος με το υλικό βάρος του χρήματος και της περιουσίας, θα του φαίνονταν σαν ένα προϊόν διεστραμμενων ενστίκτων που μόνο με την ιερή δίψα του χρυσού θα μπορούσε να εξηγηθεί>>

Τώρα αξίζει να παραθέσουμε μερικούς όρους στην καθημερινότητα ενός πουριτανου που συνδέεται με τον ασκητικό τρόπο. Ο χρόνος καταρχης ορίζεται στην βεμπεριανη ηθική ως ο βασικός αντίπαλος του πουριτανου. Τον πραγματεύεται ως χρήμα αφού κάθε μέρα πρέπει να αποδίδει σκληρή και πολυάσχολη εργασία. Ή τεμπελιά θεωρείται ως βασικός εχθρός του που αντιτίθεται στην θεμελιώδη έννοια του κέρδους. Αν δεν εργαστεί και ενδώσει στην τεμπελιά τότε δεν κερδίζει το σελίνι που έχασε και δεν εξιλεωνεται στα μάτια του θεού. Άρα ένα βήμα πιο κοντά στην κόλαση. Ο χρόνος χρήζει την εποικοδομητική και παραγωγική εκμετάλλευση του με την λιτότητα που σχετίζεται με την ηθική βάση και ρητορική για την πουριτανικη ηθική της εργασίας. Στις καθημερινές συναλλαγές από την άλλη με λοιπά άτομα πρέπει να είναι δίκαιος και σε περίπτωση δανεισμού να αποπληρώσει την στιγμή που πρέπει το δανεισμένο ποσό. Αυτό ορίζεται ως η νομιμοποίηση της πίστωσης του ατόμου <<Να θυμάσαι ότι -κατά το ρητο- ο καλός πληρωτης είναι ο κύριος του πορτοφολιου ενός άλλου. Όποιος είναι γνωστός ότι πληρώνει ακριβώς στον χρόνο που υποσχέθηκε, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να σηκώσει όλο το χρήμα που οι φίλοι του μπορούν να αποταμιευσουν>> Σε αντίθεση με τον Mauss, ο οποίος θεωρεί ότι τετοιου είδους ανταλλαγές ορίζονται ωςοι θεμελιώδεις βασεις των κοινωνικών σχέσεων. Ο Βεμπερ εντάσσει την αποπληρωμή των δανεισμενων ως τον ατομικό αυτοσκοπό του ατόμου να εκμεταλλεύεται παραγωγικά τον ελεύθερο του χρόνο και να νομιμοποιησει την πουριτανικη ηθική του δόγματος. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και δόγματα αναδύονται ως τα βασικά πρότυπα στην ζωή του προτεσταντη που διακινούν την κοινωνικοοικονομική συναλλαγή με βάση παντα τον καθοριστικό κορμό της ευεργετικης αποδοτικής εργασίας σε σύγκριση με την αρνητική επίδοση της ανεργατικοτητας που δεν προωθούν την γενικευμένη αρετή.

Advertisements

Αμοιβαιότητα και ανταλλαγή η αφετηρία των κοινωνικών δεσμών

Ο Marcel Mauss ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο των «ολικών φαινομένων», δηλαδή αυτά που συνθέτουν την κοινωνική πραγματικότητα των προγενέστερων πρώτο-ιστορικών κοινωνιών. Εκεί θέλει να βρει τις ανιδιοτελείς πράξεις που προσφέρονται αυτοπροαίρετα η ιδιοτελώς η για οικονομικούς λόγους. Το δώρο (1925) επομένως, αποτελεί αυτή τη πράξη που παρουσιάζεται καθημερινά στις δικές μας ζωές και μας κινητοποιεί με ταραχώδη σκέψη. Ο Mauss θα μας διαφωτίσει ποια είναι η δύναμη που εξωθεί αυτή την αμοιβαία πράξη μεταξύ των κοινωνιών και πότε πρέπει να δίνεται υποχρεωτικά. Αυτές οι εμπορευματικές-οικονομικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν αποτελούν μια από τις βάσεις της κοινωνικής μας οργάνωσης. Ακολουθείται μια συγκριτική μέθοδος σε σχέση με τα συστήματα ανταλλαγών στην σύγχρονη κοινωνία.

Το δώρο μεταβιβάζεται μεταξύ κάποιων προσώπων που μπορεί να είναι ολόκληρες οικογένειες, φυλές, κλάν σε αντιπαράθεση με κάποια άλλη η με τον αρχηγό. Ποτέ όμως άτομα μεμονωμένα. Ανταλλάσσονται συνήθως στρατιωτικές υπηρεσίες, γυναίκες, παιδιά, τελετουργίες, γιορτές. Στις κοινωνίες αυτές δεν υπήρχε ένα διαμορφωμένο οικονομικό σύστημα αλλά ως αντιπραγματισμός ανταλλαγής ενός είδους σε ένα άλλο. Επίσης, μπορούσε να γίνει η εκούσια ανταλλαγή του αγαθού η υπηρεσίας από την μια πλευρά ενώ η ανταπόδωση της από την άλλη θα γίνει κάποια άλλη στιγμή. Άρα η ανταλλαγή αποτελεί κάτι το υποχρεωτικό μεταξύ των ομάδων με στόχο την εμβάθυνση των σχέσεων κυρίως. Προβάλλεται η επιθυμία αυτής λόγω της κοινωνικής ιδιότητας των ανθρώπων. Μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός ως την επιθυμία εξουσίας των αρχηγών της φυλής.

  • Τα ολικά κοινωνικά φαινόμενα έχουν άμεση σχέση με τις κοινωνίες αυτές αφού είναι οι ιδιαίτεροι πολιτιστικοί, πολιτικοί, οικονομικοί θεσμοί μεσώ των οποίων πραγματοποιούνται οι συγκεκριμένες μορφές κατανομής και παροχής. Η μόνιμες συμβάσεις ανάμεσα στο κλάν όπου άνδρες, γυναίκες και παιδιά έμπαιναν σε κοινή βάση.

Η υποχρέωση της αποδοχής του δώρου είναι σημαντική και αναπόφευκτη για τον δωρολήπτη. Αν το αρνηθεί, ουσιαστικά πυροδοτεί την έναρξη του πολέμου μεταξύ των φυλών που διαπραγματεύονται την ανταλλαγή. Αρνείται την ύπαρξη του ως ένα προικισμένο κοινωνικό όν η την ηθική του συγκρότηση προσβάλλοντας τον εαυτό του. Η σε καταστάσεις ανάγκης πάλι είναι υποχρεωμένος να δεχτεί το δώρο αφού δεν έχει άλλη επιλογή.

Η υποχρέωση της προσφοράς θεωρείται πάλι υποχρεωτική προς τον δωρολήπτη αφού εκείνος που δώρισε το αντικείμενο η υπηρεσία η πρόσωπο κατέχει μια ιδιοκτησία πάνω στο άτομο που το παρέδωσε. Επομένως, μετά εκείνος δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσφέρει κάτι σε ανταλλαγή πίσω σε αυτόν. Ενδέχεται να προκληθεί πόλεμος πάλι σε περίπτωση άρνησης προσφοράς του δώρου.

Το ποτλατσ αποτέλεσε μια ολική παροχή αγωνιστικού τύπου κατά την οποία ολόκληρο το κλαν μιας φυλής μάχονταν για το πρόσωπο του αρχηγού τους με σκοπό τον επισκιασμό του αντίπαλου αρχηγού η ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο τιμούσαν τον αρχηγό τους που είναι ένα πρόσωπο υψηλού κύρους σε όλο το κλαν που αντιπροσωπεύει όλα τα μέλη, τις πράξεις η τα ακίνητα της περιουσίας όλης της φυλής. Αυτό παρατηρείται στους Τλίνγκιτ και Χαϊντα στην ΒΔ Αμερική.  Το στοιχείο του ανταγωνισμού, της καταστροφής και της αναμέτρησης συχγεεται άμεσα με το θεσμό του Ποτλατσ.

Η κούλα επίσης αποτέλεσε έναν θεσμό ανταλλαγής στα νησιά τρομπριάντ. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιούνταν ανταλλαγές μεταξύ ομάδων μιας φυλής σε πολλά σημεία του κυκλικού αυτού συμπλέγματος των νησιών. Τα πράγματα ήταν κολιέ που είχαν σημαντική αξία χρήσης μεταξύ των φυλών. Προσέδιδε κύρος και υπεροχή στα άτομα που πραγματοποιούσαν τις ανταλλαγές σε περίπτωση επιτυχίας βέβαια. Άρα βλέπουμε την επικράτηση του προσωπικού συμφέροντος σε αυτές τις ανταλλαγές. Η διατήρηση μιας υλικής ροής συγκροτεί και μονιμοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις. Τα αντικείμενα αυτά θεωρούνται μηδαμινής αξίας σε εμάς, όμως στις ομάδες αυτές συνδέεται με την θεμελιώδη κοινωνική τους οργάνωση.

Κριτική του Μώς στο καπιταλιστικό καθεστώς

Όπως είπαμε, στο καπιταλιστικό κλίμα οι παραγωγικές σχέσεις, τα εμπορεύματα και το χρήμα/κεφάλαιο θέτουν την βάση. Στην πώληση των προϊόντων οι αγοραστές δεν γνωρίζουν ποιος το κατασκεύασε θέτοντας απρόσωπες σχέσεις. Στις ανταλλαγές συνυπάρχει η αμοιβαιότητα και η υποχρέωση προσφοράς με ηθικό πρωταρχικό πλαίσιο σε αυτές. Τα χρήματα παράλληλα, το πιστωτικό σύστημα δίνουν την θέση τους στον αντιπραγματισμό με την ανταλλαγή ενός είδους σε ένα άλλο. Δεν υπάρχει η επιθυμία κάποιου ανώτερου να αποσπάσει από το κέρδος περισσότερο χρήμα αλλά η σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων και η ολοκλήρωση του ατόμου. Ο Μως απεχθάνεται το σύστημα αυτό που διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από την μηχανοποιημένη καπιταλιστική νοοτροπία που υποβαθμίζει το άτομο. Δεν υποστηρίζει την συσσώρευση των δώρων αλλά την διανομή άλλων υβριδικά πάντα σε σχέση με εμάς. Την απόδωση αυτών που σου έδωσαν. Η ανταλλαγή δεν καταργείται αλλά το ήθος της αγοράς π.χ την κοινωνική ασφάλιση. Οι πρακτικές αυτές δεν έχουν τις λέξεις «οικονομικό κέρδος, πώληση, αξία χρήσης» αλλά ένα σύνθετο σύστημα μιας κοινωνικής οργάνωσης που δίνει προτεραιότητα στο κοινωνικό πρώτα. Φανερά ο Μως κάνει μια επιδέξια κριτική στους νεωτερούς του που έχουν αποστασιοποιηθεί από το καπιταλιστικό κλίμα. Η επιστροφή σε αυτό το σύστημα στην σύγχρονη εποχή μπορεί να βελτιώσει το οικονομικό μας σύστημα π.χ οι εργάτες να αμείβονται από το κράτος αφού προσφέρουν μια σκληρή και κοπιώδη εργασία.

  • «Δώσε όσα παίρνεις και όλα θα πάνε καλά»–>Ότι δίνεις είναι καλό εσωτερικά προς εσένα όχι πέρα από το στάτους. Βασική σκέψη του Μως  που φανερώνει την ηθική προτεραιότητα στις ανταλλαγές με μόνο σκοπό την πρωταρχική ολοκλήρωση του εαυτού μας και όχι την επιδεικτική πράξη του ωφελιμισμού. Μια υλιστική προδιάθεση του ατόμου που αγνοεί την βαθύτερη αξία του θεσμού απομακρύνοντας το από οποιαδήποτε ηθική σκέψη στην ανταλλαγή. Έχει μόνο στόχο τον ανταγωνισμό και την συγκέντρωση του κύρους στο πρόσωπο μέσα από την ολοκλήρωση της.

Κάρλ Μάρξ: Ο εθνογράφος του καπιταλισμού

Ο Κάρλ Μάρξ (1818-1883)όντας ένας από τους στοχαστές της βικτοριανής εποχής υποστήριξε το καπιταλιστικό μοντέλο θεωρώντας το ως την μόνη ελπίδα για το μέλλον. Μάλιστα συντάχθηκε με τις απόψεις του πρώιμου ουτοπικού σοσιαλισμού το 1845 που  επιθυμούσε την ανοικοδόμηση βιομηχανικών πόλεων μέσα σε ένα ιδιαίτερο φυσικό κλίμα, σε μια αρχέγονη κατάσταση που θα ευνοούσε την εργασία των εργατών. Μεγάλωσε στη δυτική κοινωνία βιώνοντας την βιομηχανική επανάσταση όπου αυτή τη περίοδο συμβαίνουν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Η αστική τάξη αναδύεται ενώ η μεσαία και κατώτερη υποβαθμίζεται. Ήταν εβραίος και κατάγονταν από οικογένεια ραβίνων με μεγάλη λόγια, θρησκευτική παράδοση που μισούσε.

Συνεργάστηκε με τον Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) έναν μεγαλοαστό στην Αγγλία αναπτύσσοντας το καπιταλιστικό σύστημα. Τον βοήθησε οικονομικά αφού ήταν φτωχός στην έκδοση του «Κεφαλαίου» το 1867. Ακόμη συνέγραψε με τον Μάρξ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) όπου αποτυπώνονταν το πολιτικό σύνθημα «εργάτες του κόσμου, ενωθείτε» ως την πρώτη επαναστατική κίνηση του προλεταριάτου. Ο ίδιος συνέγραψε το βιβλίο «Η κατάσταση στην εργατική τάξη στην Αγγλία» (1845). Κατέγραψε την κατάσταση της ζωής των εργατών βλέποντας ο ίδιος με τα μάτια του την τρομερή ανάπτυξη του καπιταλισμού στο Μάντσεστερ, την καρδία της αρχής του συστήματος.

Η βασική θέση του καπιταλισμού αποτελεί ο ιστορικός υλισμός (historical materialism) η διαλεκτικός (dialectical materialism) που αποτυπώνεται στο κεφάλαιο. Σε αυτό η ανθρώπινη ύπαρξη καθορίζει την ανθρώπινη συνείδηση σε αντίθεση με τον Χέγκελ και οι παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις αποτελούν την βάση κάθε κοινωνικής μορφής.

  • Στη βάση (base) αντανακλάται η σχέση των μέσων παραγωγής(means of production) δηλαδή(εργοστάσια, μηχανές) που κατέχονται από την κυρίαρχη καπιταλιστική μπουρζουαζία σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής(relations of production) ορίζονται με βάση την δυνατότητα πρόσβασης τους από την εργατική τάξη.
  • Στο εποικοδόμημα (superstructure) όλα όσα έχουν σχέση με την ιδιαίτερη ιδεολογία του προλεταριάτου. Οι θρησκευτικές-πολιτικές πεποιθήσεις, οι επιστήμες, η οικογένεια, οι τέχνες, τα γράμματα, οι παραδόσεις που ανήκουν στην σφαίρα του πολιτισμού.

Αυτά νομιμοποιούν και σχηματίζουν την βάση –και το αντίθετο-αναπτύσσοντας τις υλικές παραγωγικές δυνάμεις. Το σύνολο των σχέσεων αυτών σχηματίζει την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές της κοινωνικής συνείδησης» (από τον Πρόλογο στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας, 1859). Επιπρόσθετα, το μοντέλο αυτό είναι κυρίαρχο στην εκμετάλλευση των σχέσεων μεταξύ των τάξεων. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπερισχύει την επικράτηση των μηχανών έναντι των ανθρώπων αντικαθιστώντας τον και ενισχύοντας την ανεργία.

    1. Η εμπορευματική παραγωγή,
    2. Η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής,
    3. Η μισθωτή εργασία
    4. Το κεφάλαιο (χρήμα) αποτελούν τους σημαντικότερους.
  • Η ψευδής συνείδηση (false consciousness)ως η κυρίαρχη ιδεολογία (ιδέες που αντανακλούν τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης) προβάλλονται ως οικουμενικές και αιώνιες. Επιτρέπει στο λαό να νιώθει ευτυχισμένος ακόμη και όταν δυστυχεί αφού θέλει να αποδώσει στο μέγιστο. Η θρησκεία συγχρόνως, είναι το όπιο του λαού. Η ανάδειξη μιας πιο λογικής εικόνας του κόσμου χαρακτηρίζεται ως απομάγευση(demystification) που οι ερευνητές πρέπει να ασπάζονται προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ύπουλη δύναμη της ιδεολογίας.

 

Ενδιάμεσα οι άνθρωποι δεν ενεργούν όπως θέλουν και έτσι νιώθουν δυστυχία. Ο Μαρξ αναφέρει ότι όλοι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υλιστικούς πόρους όμως οι κεφαλαιοκράτες που απαλλοτριώνουν ένα μέρος της αξίας των προϊόντων απ’όπου υπάρχει το κέρδος.

Στην «Εργασιακή θεωρία της αξίας» o Μάρξ ανέλυσε διάφορες έννοιες στην εργασία. Βασική έννοια αποτελεί ότι η ποσότητα της εργασίας που αποδίδει θα καθορίσει την αξία του προϊόντος. Το προϊόν συμπυκνώνεται ποιοτικά και ανορθώνεται ποσοτικά.

  1. Την αξία χρήσης δηλαδή τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται το προϊόν.
  2. Την ανταλλακτική αξία που ορίζει την αγορά ενός προϊόντος για ένα καλύτερο στην ίδια τιμή καθορίζει την σκέψη του καταναλωτή.

Ο εργάτης δεν γνωρίζει ποιός επρόκειτο να αγοράσει το προϊόν που ο ίδιος κατασκεύασε ούτε ο αγοραστής ανάλογα πράγμα που δημιουργεί απρόσωπες σχέσεις. Οι άνθρωποι αποξενώνονται, απομακρύνονται από την αίσθηση του ανήκειν στην ομάδα. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος συνάδει με την θεωρία όπου τα πράγματα θεοποιούνται και παίρνουν θεϊκή υπόσταση ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις υποβαθμίζονται σημαντικά Δηλαδή υποκειμενοποιείται το προϊόν. Η ταξική πάλη συνυπάρχει μέσα στη κοινωνία όπου δύο τάξεις Α και Β συγκρούονται σχηματίζοντας μια αντίθεση που δημιουργεί μια νέα σύνθεση η οποία πυροδοτεί μια νέα αντίθεση. Έχουμε μεγαλύτερα κέρδη λόγω του συσσωρευμένου πλούτου και ανταγωνισμός που συγκεντρώνεται στα χέρια των λίγων προνομιούχων. Ο Μαρξ τονίζει ότι από το στάδιο του πρωτόγονου κομμουνισμού ερχόμαστε στο σύγχρονο τεχνολογικό στάδιο.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί η σύγκριση Ντυρκέμ-Μάρξ:

  • Ο Ντυρκέμ έβαλε έμφαση στην κοινωνική συνοχή και σταθερότητα, όχι στην κοινωνική αλλαγή
  • αντίθετα ο Μαρξ θεωρεί την αλληλεγγύη  εφήμερη και ότι η κοινωνία σπαράζεται από την ταξική σύγκρουση
  • το κράτος — για τον Ντ. όσο αυξάνεται η οργανική αλληλεγγύη τόσο πιο απαραίτητο είναι το κράτος για να ρυθμίσει τα κοινωνικά αλληλοεξαρτώμενα μέρη
  • για τον Μαρξ, αντίθετα με τον κομμουνισμό το κράτος πρέπει να απονεκρωθεί

Εμίλ Ντυρκέμ:Το κοινωνικό γεγονός

Ο Εμίλ Ντυρκέμ αποτέλεσε ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους που υποστήριξε τα ρέυματα του λειτουργισμού και θετικισμού εμπνέοντας ένα χαρακτηριστικό αντικειμενικό πεδίο με την συλλογή δεδομένων, ως εμπειρισμός. Σε αντίθεση με τον ρουσό που αναλύσαμε, που συλλογίζονταν με πολύ κόπο την φυσική κατάσταση του ανθρώπου καταλήγοντας τον σταδιακά στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας. Θεωρούσε την εμφάνιση της συλλογικής κοινωνίας ένα κακό που κατέστρεψε την φυσικότητα του εντάσσοντας τον σε μια ζωή που μόνο δυστυχία ενώ βελτιώθηκε γενικότερα το βιοτικό του επίπεδο. Ο Ντυρκέμ ανάγει την τη κοινωνία ως ένα ηθικό φαινόμενο όπου τα μέλη της έχουν μια ξεχωριστή θέση και συγχρόνως χαρακτηρίζονται από αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ τους που ολοκληρώνουν λειτουργικά την κοινωνία.

Ο Ντυρκέμ ήταν γεννήθηκε το 1858 σε μια κλειστή εβραϊκή κοινότητα της Ανατολικής Γαλλίας. Ήταν γιός ραβίνου το οποίο τον ώθησε να μελετήσει την εβραϊκή γλώσσα και τις ιερές γραφές της θρησκείας του. Όμως, αργότερα εγκατέλειψε τις θρησκευτικές του απόψεις αφού αποδέχτηκε την νεωτερική ηθική της κοινωνίας του. Κατέλαβε μια θέση διδασκαλίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ. Η συμβολή του ήταν μεγάλη αφού καθιέρωσε την κοινωνιολογία ως ξεχωριστή επιστήμη μέσα από τα καταξιωμένα βιβλία του α)Ο καταμερισμός της εργασίας στην κοινωνία β)Οι κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου γ)Η Αυτοκτονία τη δεκαετία του 1890.

Η υπόθεση Ντρέιφους το 1894 υπήρξε ένα τεράστιο στρατιωτικό-πολιτικό σκάνδαλο κατασκοπείας όπου ένα απλό επεισόδιο του πολέμου μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών αναδείχθηκε σε μέγα δικαστικό κυκεώνα. Χαρακτηρίστηκε ως μια επερχόμενη έκφραση του επερχόμενου αντισημιτισμού στην Ευρώπη κατά τον 20ο αιώνα. Μέσα από τα γεγονότα της εποχής, όπως η ήττα του 1870, η παρισινή Κομμούνα, δημιουργήθηκε ο φόβος κοινωνικού κατακερματισμού. Η ανάλυση της φύσης των γεγονότων όπως και η ανοικοδόμηση του συστήματος έπρεπε να δομηθούν σε μία νέα πραγματική βάση. Εργάστηκε μαζί με τον ανιψιό του Marcel Mauss για την έκδοση του L’ année Sociologique («Κοινωνιολογική Επετηρίδα») μια περιοδική έκδοση που προωθούσε τις ιδέες και τις κοινωνιολογικές μεθόδους του Ντυρκέμ.

Στην διδακτορική του διατριβή- The Division of Labour in Society (1893) ο Ντυρκέμ πρόβαλλε την ύπαρξη του συστήματος του καταμερισμού της εργασίας. Στις προ-κρατικές κοινωνίες ήταν φυσικό να μην υπάρχει καταμερισμός το οποίο πρόσδιδε μεγαλύτερη συνοχή αφού μοιάζουν μεταξύ τους στις κοινωνικές λειτουργίες αλλά μικρότερη ανοχή στις παρεκκλίσεις ως μηχανική αλληλεγγύη (mechanical solidarity). Στις νεωτερικές/βιομηχανικές κοινωνίες φυσικά χρειάστηκε μεγαλύτερο εργατικό προσωπικό που ενίσχυσε τον καταμερισμό της εργασίας λόγω των πολυπληθέστερων καθηκόντων που ήταν απαραίτητα για την επιβίωση των μελών της κοινωνίας, π.χ φουρνάρηδες, γιατροί, καθηγητές κ.α. Αυτό το σύστημα ονομάστηκε οργανική αλληλεγγύη (organic solidarity) μέσα στο οποίο παρουσιάζονταν μικρότερη συνοχή ενώ αντίθετα μεγάλη ανεκτικότητα στις διαφορές πράγμα που οφείλεται στη μεγάλη ποικιλία των εργασιών. Στις κοινωνίες αυτές υπάρχει η συλλογική συνείδηση που αναφέρεται στην ηθική πλευρά και συναισθηματική ζωή των ανθρώπων καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την αντίδραση στους σε ένα κοινωνικό γεγονός σε συνδυασμό με τον τρόπο τιμωρίας των παράνομων. Για παράδειγμα, όταν φανερώνεται μια κλοπή μεγάλου ποσού χρημάτων η κοινωνία αντιδρά με οργή και θυμό προς το κατηγορούμενο πρόσωπο. Στην μηχανική αλληλεγγύη το άτομο αντιμετωπίζεται μπροστά στον αρχηγό αυτής της φυλής με την χρήση βίας ενώ στην οργανική αντιμετωπίζεται με νομικό τρόπο με την χρήση δικαστικής απόφασης με μόνο σκοπό η ποινή να τον παραδειγματίσει ώστε να ενσωματωθεί πάλι στην ομάδα.

Τώρα ήρθε η ώρα να περάσουμε στο κοινωνικό γεγονός που μελετά επιστημονικά τα κοινωνικά γεγονότα, τα οποία αποτελούνται από τρόπους αίσθησης, σκέψης και πράξης του υποκειμένου και επιβάλλονται εξωτερικά ως κανόνες συμπεριφοράς. Επιβάλλουν κάποια συγκεκριμένα καθήκοντα στο πλαίσιο των αρμόδιων κοινωνικών λειτουργιών που πρέπει να εκτελούνται με τον σωστό τρόπο από το άτομο. Προσδιορίζονται από κάποια ειδικά εθιμοτυπικά δίκαια που είναι εξωτερικά ως προς το άτομο αφού δεν συντάχθηκαν από τον ίδιο και θα πρέπει αναγκαστικά να τις ακολουθήσει με σκοπό να συμβιώνει ειρηνικά με τα υπόλοιπα μέλη που και αυτά θα πρέπει να ζουν όπως και ο ίδιος. Η εξήγηση τέτοιων φαινομένων γίνεται αιτιοκρατικά μέσω επιστημονικών θετικιστικών εργαλείων και όχι να συγχέονται μέσα από ψυχικό-βιολογικά φαινόμενα. Αυτό θα τα εξωθούσε έξω από το πεδίο που έχει τυπικό χαρακτήρα για αυτά αφού διέπονται σε μια ειδική διεργασία καθηκόντων καθημερινά π.χ ως πολίτες, στρατιώτες κτλ. Δηλαδή τις υποχρεώσεις και τους ρόλους που έχουν δημιουργηθεί από την ίδια την κοινωνία. Τονίζονται τα δυο δίπολα αντικειμενικά-υποκειμενικά-εσωτερικό-εξωτερικό όπου αντικειμενικά–> τα γεγονότα μελετώνται με βάση το συναισθηματικό και ηθικό κόσμο των ανθρώπων. Αυτή ορίζεται ως η μέθοδος που χαρακτηρίζει τον Ντυρκέμ όπου η μελέτη γίνεται εμπειρικά με βάση στοιχεία μελετημένα αντικειμενικά π.χ στατιστικά δεδομένα. Αυτοί οι τρόποι συμπεριφοράς έχουν μια εξαναγκαστική πλευρά στο άτομο σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει αυτούς τους θρησκευτικούς κανόνες η τους νόμους που υφίσταται πάνω από αυτόν. Άρα, η θα παραδειγματιστεί από μόνος του μέσα από την τιμωρία η θα αντιμετωπίσει την ηθική του συνείδηση σκεπτόμενος το αντίκτυπο της επιλογής που θα κάνει σε όλη την κοινωνία. Εκείνη θα αντιδράσει με οργή και αποδοκιμασία. Αν επιλέξει να πολεμήσει προκειμένου να αλλάξει αυτό που θέλει μέσα από διαμαρτυρία τότε και ο περίγυρος του μπορεί να αντισταθεί πάλι η να επιδοκιμαστεί θετικά από κάποιους. Βλέπουμε επομένως την σημασία του κοινωνικού ελέγχου και της συλλογικής συνείδησης στην επιλογή των πράξεων του ατόμου. Η ανομία ήταν ένας όρος που ανέλυσε ο Ντυρκέμ ως μια κατάσταση κοινωνικής εξάρθρωσης στο πλαίσιο της οποίας οι εθιμικοί και πολιτισμικοί έλεγχοι της ατομικής και κοινωνικής δράσης δεν είναι και τόσο ισχυροί ώστε το άτομο να ανεξαρτητοποιηθεί αγνοώντας τους κοινωνικούς του δεσμούς που είναι εξωτερικά προς αυτό.

  • Στην εγωιστική αυτοκτονία παρατηρείται ανελαστικότητα των κοινωνικών δεσμών λόγω της ισχυροποίησης των ατομικών επιθυμιών και πεποιθήσεων.
  • Στην αλτρουιστική αυτοκτονία ενισχύονται υπερβολικά οι κοινωνικοί δεσμοί οδηγώντας τα άτομα σε πράξεις που θα ωφελήσουν την κοινότητα τους.
  • Στην φαταλιστική αυτοκτονία παρατηρείται στην υπερβολική σύνδεση των ατόμων με τους κοινωνικούς θεσμούς αφού δεν υπάρχουν κάποια κινήματα που μπορούν να τους επιφέρουν στοιχειώδεις κοινωνικές αλλαγές.

Πρέπει να αναφερθεί η έννοια του λειτουργισμού (functionalism)που κατά τον Ντυρκέμ κατονομάζεται η δημιουργία μιας σταθερής κοινωνίας μέσα από την ανταπόκριση των αισθημάτων, πεποιθήσεων, αμοιβαίων ενισχυτικών θεσμών συμβάλλουν στην κοινωνική ενσωμάτωση και παραγωγή της κοινωνικής τάξης.

Επίσης, στο βιβλίο του The Elementary Forms of Religious Life εξέθεσε την λειτουργία της θρησκείας στην κοινωνική ολοκλήρωση ως ένα αυτόνομο φαινόμενο «sui generis». Επιπλέον, αναφέρει το πώς η θρησκεία αποτελεί συνδετικός κρίκος στην συνοχή των ατόμων μεταξύ τους στην ομαλή συνύπαρξη. Θέλουν να ενταχθούν στις ομάδες αυτές ακριβώς γιατί νιώθουν πάθος αποδίδοντας όλη την ψυχική και την παραγωγική τους δύναμη εκεί. Ένα παράδειγμα αποτελεί η ενοποίηση των χριστιανών στο πρόγραμμα της νηστείας στην σαρακοστή και ο ερχομός στις θρησκευτικές λειτουργίες. Διακρίνεται η αίσθηση της συλλογικής τους ταυτότητας σε πολλούς τομείς μέσα από την συναισθηματική τους συνείδηση. Οι όροι που εμπεριέχονται σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ενός αντικειμένου ως απαγορευμένο η επιτρεπτό στην θρησκευτική ζωή του ατόμου είναι το ιερό(sacred) και το βέβηλο(profane)που προσδίδουν μια συγκεκριμένη διάσταση στην ακολουθία των θρησκευτικών γεγονότων. Το ιερό αποτελεί κάτι το δυνητικά επικίνδυνο που εμπεριέχει το δέος, φόβο και σεβασμό από το άτομο το οποίο το λατρεύει ακολουθώντας πιστά τις καθημερινές πρακτικές η τελετουργίες του. Το βέβηλο συνάδει με διάφορα ταμπού που είναι οι απαγορεύσεις σε διάφορα σημεία της θρησκευτικής ζωής η πρακτικής του πιστού π.χ η απαγόρευση κατανάλωσης κρέατος κατά την διάρκεια της νηστείας. Ο Ντυρκέμ ισχυριζόταν ότι <<μια κοινωνία δεν μπορεί να δημιουργηθεί η να αναδημιουργηθεί χωρίς να δημιουργήσει ένα ιδεώδες>> με την έννοια ότι αυτά τα σύμβολα η οι πεποιθήσεις συμβάλλουν στην δημιουργία κοινωνιών με έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και στην ανοικοδόμηση μιας κοινής συλλογικής, κοινής ταυτότητας που υπάρχουν σε μία ομάδα πράγμα που αποδεικνύει την συνένωση των ατόμων σε αυτή. Η τελετουργία επιτυγχάνει την ικανοποίηση της ανάγκης της λατρείας του ιερού. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, τα άτομα συνδέονται με τις τελετουργικές πρακτικές, τα σύμβολα, τη μουσική ενώ παράλληλα ενοποιούνται συνειδητοποιώντας την αίσθηση του να ανήκεις στην ομάδα. Αυτό ονομάζεται στην ορολογία του Ντυρκέμ ως κοινωνικός αναβρασμός.

Συμπεραίνοντας, η εμπειρική μετασχηματιστική έρευνα του Ντυρκέμ στην σύνδεση της κοινωνικής με την ατομικότητα φανερώνει την πίστη του στην υπεροχή της κοινωνίας πρώτα, όμως προσδίδει μια επιλογή στο άτομο των καθολικών προτύπων συμπεριφοράς η κανόνων. Τα κοινωνικά γεγονότα σε όλες τις πλευρές του αποκρυσταλλώνουν την συνδετική συνύπαρξη αντικειμενικότητας-υποκειμενικότητας που βρίσκονται έξω από την συνείδηση του ατόμου με την ολοκλήρωση του ως ο βασικός οδηγός της κοινωνίας να δημιουργήσει ένα σταθερό περιβάλλον για όλους ώστε να συμβιώνουν αρμονικά μεταξύ τους. Το άτομο μέσα από τον καθολικό ηθικό νόμο αναγνωρίζει την πίστη του στην ίδια την κοινωνία. Η θρησκεία και κοινωνία παρουσιάζονται ως δυο δίπολα στα οποία το άτομο προσπαθεί να ενεργήσει ελεύθερα εκφράζοντας τις δικές του πεποιθήσεις, απόψεις όμως λειτουργώντας στο κανονικό πλαίσιο του εκτελώντας τα καθημερινά του καθήκοντα και υποχρεώσεις. Η κοινωνία του Ντυρκέμ δεν μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει περιοριστική ως προς την δράση του ατόμου. Όσο πιο ευκολότερη είναι η επικοινωνία των ατόμων μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο τόσο πιο ιδανική θα είναι η ευημερία για όλους.

 

 

Η πολυ-πολιτισμικότητα του Βυζαντινού Κράτους

Το Βυζαντινό κράτος θεωρήθηκε ως ο κυρίαρχος πυρήνας κυρίως ελληνικών πληθυσμών αφού η Κωνσταντινούπολη συνιστούσε ένα αξιόλογο ελληνικό πνευματικό και στρατιωτικό κέντρο που φιλοξενούσε ευρύτατα όλα τα ελληνικά πολιτιστικά στοιχεία. Έτσι, πέρα από τους ελληνικούς πληθυσμούς φιλοξενούσε πλήθος αλλογενών στους οποίους τέθηκε ένα ενωτικό σύστημα που είχε σκοπό να τους βοηθήσει να συμβιώνουν ειρηνικά με τον γηγενή πληθυσμό κοινωνικά και πολιτισμικά. Το ομόδοξον αρχικά όρισε ως κοινή θρησκεία την ελληνική που εφαρμόστηκε μέσω εκχριστιανισμών των πληθυσμών εντάσσοντας τους στο κοινό καταπίστευμα. Το ομόγλωσσον κατοχύρωσε δυναμικά την ελληνική γλώσσα ως την κυρίαρχη καθομιλουμένη επί Ηρακλείου μέσω της οποίας μπορούσαν να λειτουηργήσει η καθημερινότητα των πληθυσμών ευκολότερα. Το ομότροπον επιβήθηκε με την συγκεντρωτική εξουσία στο πρόσωπο του αυτοκράτορα αλλά και στους στρατιωτικούς η άλλους επίτιμους που τον ακολουθούν. Επιπλέον, η πίστη στο εκλεκτό ρωμαικό έθνος («ρωμαϊκο emperium») που είχε ως συνέχεια το βυζαντινό κράτος δημιουργούσε μια ύψιστη υπεροχή στους αυτοκράτορες που κυβέρνησαν το βυζάντιο. Άλλες παράμετροι θεωρούνται:

  • Μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών.
  • Εκχριστιανισμοί.
  • Διπλωματική πολιτική.

Όλες οι παραπάνω ιδεολογίες σε συνδυασμό με την λεπτεπίλεπτη πολιτική εξουσία του Βυζαντινού κράτους οδήγησαν σε μια μακροβιότατη 1000χρονη επικράτηση του ως ένα από τα πιο επιτυχημένα συστήματα του κόσμου.Ας ακολουθήσουμς τώρα την ύπαρξη πολλών διαφορετικών πληθυσμών στην βυζαντινή αυτοκρατορία.

Οι Αρμένιοι υπηρξάν ένα σημαντικό μέρος του βυζαντίου σε όλη την διάρκεια των αιώνων. Θεωρούνταν εξαίρετοι πολέμιστες και η ίδια η χώρα αποτέλεσε το σταυροδρόμι μεταξύ του εμπορίου ανατολής και δύσης. Η μετακίνηση τους άρχισε ήδη απο τον 6ο αιώνα λόγω των περσικών επιδρομών που ήταν κυριολεκτικά μάστιγα για τους πληθυσμούς ενώ τον 9ο αιώνα η παρουσία τους ήταν ιδιαίτερα έντονη. Ας μην ξεχάσουμε το γεγονός ότι οι περισσότεροι αυτοκράτορες ήταν αρμενικής καταγωγής π.χ ο Βασίλειος Α’ που άρχισε την μακεδονική δυναστεία, από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες. Συχνά αποτελούσαν μέλη του βυζαντινού στρατού και διοικητικής υπηρεσίας πράγμα που φανερώνει την έντονη θέληση τους να κυριαρχήσουν στο βυζάντιο και την μεγάλη αφομοίωηση τους.

Οι Μουσουλμάνοι επίσης κατείχαν αξιόλογες θέσεις στην βυζαντινή κοινωνία ήδη απο τους πρώτους αιώνες. Ιδιαίτερα στον εμπορικό τομέα τον 7ο αιώνα συντέλεσαν ενεργά συστατικά της βυζαντινής οικονομίας με τις δεξιότητες τους. Υπήρχε μια ένδειξη ενός τεμένους μέσα απο την επιστολή του Νικολάου Μυστικού προς τον Χαλίφη με σκοπό την διευθέτηση των αμφιβολιών σχετικά με κάποια καταστροφή του -«terminus ante quem» το οποίο εξυπηρετούσε την φυγή των αιχμαλώτων προς αυτό. Συμφωνούμε λοιπόν ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών στο βυζάντιο πραγματοποιήθηκαν είτε οικονομικής, πολεμικής φύσεως σε συνδυασμό με την επίδειξη μοναδικών ικανοτήτων π.χ εμπόριο που συνείσφεραν στην επέκταση του σημαντικότερου οικονομικού κέντρου στην αυτοκρατορία.

Οι Εβραίοι θεωρήθηκαν προβληματικοί προς την αυτοκρατορία άλλοτε λόγω της πίστης τους στο δικό τους θρησκευτικό δόγμα κυρίως, το οποίο τους οδήγησε σε πολλούς διωγμούς π.χ απο τον Βασίλειο Α΄το 874 και Ρωμανό Α’ η το 542 επί Ιουστινιανού στο πλαίσιο της εγκατάσταησης της νέας θρησκείας αλλά και αιρετικών περιστατικών. Δεν προσυλητίστικαν βίαια αλλά τους επιβλήθηκε αναγκαστικά η μεταφορά στη νέα θρησκεία. Ζούσαν στην δική τους εβραϊκη συνοικία. Κυρίως μετανάστευσαν στις αρχές του 10ου αιώνα λόγω οικονομικών λόγων. Τον 11ο πάλι θεωρήθηκε ως μια μεταναστευτική ενέργεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι διώχθηκαν από τους Μουσουλμάνους.

Οι Μαδραϊτες ήταν εξαίρετοι πολεμιστές με πολλαπλές ικανότητες στο πεδίο της μάχης. Βοήθησαν το Βυζάντιο την εποχή που καταλήφθηκε η πόλη από τους Άραβες και κατάφεραν να συνάψουν ειρήνη μαζί τους. Επιπρόσθετα, βοήθησαν στην υπεράσπιση της Πελοποννήσου μέχρι και τον 14ο αιώνα. Η συμβολή τους θεωρείται υπέρτατα σημαντική για την διάρκεια ζωής του βυζαντινού κράτους.

Τέλος, οι Βάραγγοι ήταν επίλεκτα τμήματα μισθοφόρων που είχαν μόνιμη εγκατάσταση στο βυζαντινό κράτος με υψηλό κύρος και αμοιβή. Αρχικά προήλθαν από Σλάβους και Σκανδιναβούς ενώ αργότερα αναμείχθηκαν τα φύλα σε αγγλοσάξονες μέχρι τον 11ο αιώνα. Μέχρι και τον 15ο αιώνα είχαν μεγάλη παρουσία στην βυζαντινή αυτοκρατορία. Συνέβαλαν σημαντικά στις πύλες του Τραϊανου μαζί με τον Βασίλειο Β’ το 989.

Ο Ρουσο και η πραγματεία περί ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων.

Ο Ρουσο ήταν ένας από τους πολυπληθέστερους διαφωτιστές του 18ου αιώνα που συνέδραμε σε πολύ σημαντικό βαθμό με το έργο του. Έγγραψε αυτοβιογραφικά, φιλοσοφικά, νομικά έργα, μυθιστορήματα και εγχειρίδια για την παιδική ανατροφή. Κρατούσε μια κριτική φωτισμένης καλλιεργημένης παιδείας στο Παρίσι προτείνοντας την επιστροφή στη φύση σε μια αρχέγονη ζωή, μια ευρύτατα διαδεδομένη άποψη που αξιοποιήθηκε από πολλούς νεώτερους διανοητές όπως ο Μαρξ.

Ας κατανοήσουμε το πνευματικό κίνημα στο οποίο ανήκει ο Ρουσο, τον διαφωτισμό που διήρκησε από την εποχή των μαθηματικών αρχών του Νέυτωνα μέχρι και την Γαλλική επανάσταση το 1789.Οι φιλόσοφοι γοητευμένοι από την φιλοσοφία του Νέυτωνα, θέλησαν να ενσωματώσουν την μηχανική του και στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Δηλαδή να κατανοήσουν πως άρχισε ο πολιτισμός, τα χαρακτηριστικά του και πως δρα στους ανθρώπους ώστε να παραχθούν οι βασικές έννοιες των κοινωνικών επιστημών. Η φυσική επιστήμη λοιπόν δεν ήταν η μόνη που έπρεπε να κατανοηθεί αλλά να επεκταθεί και σε κοινωνικό επίπεδο. Η βασικότερη έννοια θεωρήθηκε αυτή του πολιτισμού («culture«). Πολλοί διαφωτιστές ήταν μεταξύ άλλων ο Τζον Λοκ, Μοντεσκιε, Lafitau, Βολταιρος κ.α. Ο ορθός λόγος, η πρόοδος και η δυνατότητα του ανθρώπου να βελτιώνεται συνεχώς χάρισαν κυριολεκτικά μια πνευματική τελειότητα με την έννοια ότι ο άνθρωπος απελευθερώθηκε από τα στενά δεσμά που είχε με τη θρησκεία χρησιμοποιώντας το μυαλό του ως ξεχωριστό, κριτικά κατασκευασμένο υποκείμενο.

Η Πραγματεία συγγράφηκε το 1755. Η βασική ιδέα που χαρακτηρίζει την πραγματεία αποτελεί το πώς και γιατί είχαν αναπτυχθεί μέσα στον χρόνο οι ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους. Με τελικό συμπέρασμα την εμφανή άρνηση στην τωρινή ζωή του ανθρώπου αλλά σε μια αλλαγή μέσα στην φύση. Αναδύεται επομένως η απέχθεια του συγγραφέα για τα δεινά που έχει προκαλέσει αυτή η πολιτισμένη ζωή μέσα στην κοινωνία στην ψυχή του ανθρώπου. Στο 1ο μέρος περιγράφεται ο άνθρωπος στη φυσική του κατάσταση ενώ στο 2ο ο εκπολιτισμός του.

Ξεκινά τονίζοντας την μεγάλη σημασία του να γνωρίζει κανείς τον άνθρωπο γενικά ώστε να κατανοήσει το πλήθος των αλλαγών στον χρόνο που υπέστησαν οι άνθρωποι. Δηλαδή την αρχική φυσική του κατάσταση σε συνδυασμό με όλες τις ικανότητες, χαρακτηριστικά, γνώσεις, αλλαγές στη σωματική του διάπλαση. Όλα αυτά παραμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη υπόσταση μέχρι σήμερα. Τα καλά η κακά χαρακτηριστικά που απέκτησαν τους παραμόρφωσαν ώστε κάποιοι άλλοι να μείνουν σε αυτή την αρχική κατάσταση. Οι διαφορές επομένως υπήρχαν ανάμεσα στους ανθρώπους και αυτό τους πρόσδιδε ισότητα μεταξύ τους. Όλη αυτή η διαδικασία αποφαίνεται αρκετά δύσκολη καθώς έχουν επέλθει πολλές αλλαγές στην ανθρώπινη υπόσταση και δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτή η διάκριση του τι είναι έμφυτο και τι τεχνητό. Ακόμη και οι πεπειραμένοι φιλόσοφοι δεν θεωρούνται ικανοί να λύσουν αυτό το χαλεπό πρόβλημα μέσα από πειράματα <<που θα ήταν απαραίτητα να γνωρίσουμε τον φυσικό άνθρωπο και ποια τα μέσα ώστε να γίνουν αυτά τα πειράματα στα πλαίσια της κοινωνίας;>>.

Στη συνέχεια η έννοια του φυσικού δικαίου είναι ολοφάνερα σχετική με την φύση του ανθρώπου. Ήδη οι Ρωμαίοι φιλόσοφοι αντιμάχονταν σχετικά με το θέμα τονίζοντας τον νόμο που όρισε την ίδια την φύση ενώ οι νομικοί αναφέρονται σε αυτόν που  απευθύνεται στα ίδια τα ηθικά, κριτικά άτομα που ορίζονται ως τα μόνα ικανά ώστε να καταλάβουν πώς θεμελιώθηκε η ανθρώπινη κοινωνία. Άλλοτε ο Ρουσο προσδιορίζει τον φυσικό νόμο ως κάτι που δημιουργήθηκε μετά την έξοδο από την φυσική του κατάσταση όπως ένα σύνολο κανόνων. Βλέπουμε συχνά τον Ρουσο να αναφέρεται με επιστημονικούς όρους αφού τότε κυριαρχούσαν στο προσκήνιο την εποχή εκείνη με φανερό παράδειγμα τις λειτουργίες της ψυχής του ατόμου στον φυσικό νόμο. Ανάγει έτσι δύο αρχές που υπάρχουν πέρα περαιτέρω της λογικής, την αγάπη για τον εαυτό του και το έλεος για τον συνάνθρωπο του. Επιτάσσουν πολλαπλές ανάγκες για εκείνον, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αλλά και την έμφυτη τάση του να ενδιαφέρεται για τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα. Εστιάζει πιστεύοντας σε ένα ευαίσθητο, συναισθηματικό όν απομακρύνοντας το από την λογική του φύση. Αν και εδώ ενυπάρχει η φιλαυτία και εγωιστική διάθεση που ενισχύεται από την συναισθηματική πλευρά του ατόμου.

Αμέσως μετά παραθέτει την θέση Χόμπς σχετικά με την φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Θεωρεί επομένως ότι κατέχει θεμελιώδη δικαιώματα πάνω στα πράγματα και ότι η αρετή εκλείπει από την προσωπικότητα του καθιστώντας τον κακό και διεφθαρμένο. Θεωρεί πως το άτομο θα απελευθερώσει τις εχθρικές του διαθέσεις αν τον προκαλέσει ο διπλανός του αφού τα πάθη και τα συναισθήματα αποτέλεσαν την κύρια εκρηχτική πηγή απελευθέρωσης του κακού, παρά η άγνοια του καλού σε αυτούς. Τα πάθη επομένως σύμφωνα με τον Χόμπς αποτέλεσαν την αιτία ύπαρξης της κοινωνίας και των νόμων.Οι άγριοι επομένως δεν είναι κακοί ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουν την αρετή. Ότι αποτελεί λιγότερο επιβλαβή για το άτομο όσον αφορά την αυτοσυντήρηση του τότε αυτό θα ακολουθήσει. Ο Ρουσό αποδέχεται την άποψη του που αφορά το δικαίωμα που έδωσε φύση στον άνθρωπο πάνω σε κάθε πράγμα όμως απορρίπτει την συνέπεια αυτής της θέσης. Αυτή ανέρχεται στην ύπαρξη ατέρμονου πολέμου όπου οι επιθυμίες του στη φύση δεν ξεπερνούν τις ανάγκες του. Γενικότερα η θέση του αντιτίθεται με αυτή του Χόμπς σε μεγάλο βαθμό.

Αξίζει να αναφερθεί η σύγκριση μεταξύ φιλοσοφικής/υποθετικής ιστορία με την κοινωνικής επιστήμης. Η φιλοσοφία αρχικά συνδέεται άμεσα με την θεωρητική απόδειξη διάφορων βασικών συστατικών εννοιών σε σχέση με την ανθρώπινη ύπαρξη η την έρευνα μέσα από πηγές, τεκμήρια που επιβεβαιώνουν αυτή την θεωρία. Ο Ρουσό φανερά προσπαθεί σκεπτόμενος σκληρά από τα βασικά συστατικά του ανθρώπου, μετά στην φυσική του κατάσταση και τέλος στην εμφάνιση της ιδιοκτησίας φανερώνει φιλοσοφικά τις ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων. Αντίθετα, η εμπειρική έρευνα συνάδει με την μόνη αξιόπιστη μορφή γνώσης.

Στη συνέχεια ο Ρουσό εκθέτει την έννοια του οίκτου σε σχέση με την αποστροφή του ατόμου από το κακό. Οι άνθρωποι ήδη από την φυσική τους κατάσταση είναι ηθικά όντα, βασική αρχή που υπερβαίνει την λογική όμως δεν υπάρχει στην φυσική του κατάσταση. Έτσι, δίνεται η προδιάθεση στον άνθρωπο να ενδιαφερθεί για μια αισχρή κατάσταση παραδείγματος χάρη, να παίρνουν από μια μητέρα το παιδί της. Αυτή η φυσική δύναμη προσδίδει μια μεγαλειώδη δύναμη στον οίκτο ακριβώς λόγω της συσχέτισης της με την συμπόνια που νιώθουμε για τον άλλον μπαίνοντας στη θέση του. Αυτή είναι φανερή περισσότερο στον φυσικό άνθρωπο «ευγενή άγριο» παρά στον πολιτισμένο ο οποίος στη συνέχεια θα εκδηλώσει την αγάπη για τον εαυτό του από την κοινωνική του κατάσταση. Αντίθετα ο πρωτόγονος άνθρωπος δεν έχει αυτό το χάρισμα και εκδίδει σε καταστάσεις δυσφορίας των άλλων. Χαρακτηριστική είναι η φράση «μην κάνεις στον άλλο ότι δε θέλεις να σου κάνουν» φανερώνει το φυσικό αίσθημα καλοσύνης που εμπεριέχεται στον άνθρωπο της φύσης.

Εφόσον αποδείχθηκε πως οι κοινωνικές αρετές είναι στην φύση του ανθρώπου-εν δυνάμει-τώρα ήρθε η ώρα να αναδείξουμε τις ανισότητες και πως οδήγησαν στην μετατροπή του κοινωνικού όντος σε κακό όν απομακρύνοντας το από την πρωτόγονη κατάσταση του, στην γέννηση της ιδιοκτησίας. Η γέννηση των ανισοτήτων μπορεί να οριστεί στον τρόπο διαπαιδαγώγησης-στο επίπεδο της παιδείας που έχει λάβει κάποιος- αλλά και στον τρόπο που ζει κάποιος π.χ ο μεγαλόσωμος και ο μικρόσωμος άνθρωπος. Ήρθε η ώρα επομένως να υπάρχει κάποιος που να κυβερνά κάποιους χωρίς την θέληση τους που δεν έχουν καθόλου περιουσία, άρα ποιος ο λόγος να κυβερνά αυτούς τους τιποτένιους κυριολεκτικά ανθρώπους; Λόγω της ανάγκης απόκτησης δύναμης που προήλθε από την απαίτηση για αλλαγή του ήδη πεπερασμένου καθεστώτος.

Η ιδιοκτησία επήλθε έτσι, μέσα από τη διάδοση αυτής της ιδέας από γενιά σε γενιά αναδύθηκε η ανάγκη για κάτι περισσότερο ιδιωτικό και όχι μοιρασμένο μαζί με άλλους. Ίσως η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό του τον οδήγησε στην σχηματοποίηση ξεχωριστών δομών με περίφραξη. Άρχισε ο εκφυλισμός του ανθρώπινου γένους μας λέει ο Ρουσο. Το επακόλουθο  της, η ταξική πάλη συνοδευόμενη με την ανάγκη των δυνατών να επιβάλλονται πάνω στα αγαθά των φτωχών επίσης ορίστηκε ως η αρχή της δυστυχίας του. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο ήταν ατελείωτες αφού πάντα οι πλούσιοι υπερίσχυαν λόγω της υλικής και κοινωνικής υπεροχής. Αυτό ανάγκασε τους ανθρώπους να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους δημιουργώντας συμμαχίες ενάντια των πλουσίων σφετεριστών που με την βία μόνο απέκτησαν όλες τις μεγάλες ιδιοκτησίες. Έτσι, εμφανίστηκε η ιδέα του κράτους η οποία ήταν καταλυτική για την συνέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Οδήγησε στην εξώθηση των ευαίσθητων προς μια εξουσία που μπορούσε να ξεδιαλύνει τα προβλήματα τους. Όμως αυτή ενεργούσε σύμφωνα πάντα με το δικό της συμφέρον.

 Το κράτος εμφανίστηκε ως υπερασπιστής μια τάξης εναντίον μιας άλλης-Αντίθετα, οι βασιλεύουσα τάξη εξουσίαζε όχι με τη βία πια αλλά με το ψέμα, ελέγχοντας τον πληθυσμό όπως εκείνη θέλει.

Έναντι του Ρουσό, ο Λοκ επιβάλλει την ιδιοκτησία ως ένα θεμελιώδες δικαίωμα για το ανθρώπινο γένος, υποστηρίζοντας τις ανισότητες που δημιουργεί μεταξύ των ανθρώπων. Ο Ρουσό όπως αναφέραμε, την εντάσσει στην αρχή όλων των κακών προς το ανθρώπινο γένος εκφράζοντας μια ιδιαίτερη απέχθεια.

  1. Για τον Λοκ, ο άνθρωπος στην φυσική του κατάσταση υπακούει μονάχα σε έναν απαράβατο και θεμελιώδη νόμο της φύσης, που τον ονομάζει φυσικό νόμο, και έχει ως στόχο την αυτοσυντήρηση και διατήρηση του αγαθού της ζωής για το άτομο (ο Χομπς είχε σταματήσει στο άτομο την αναφορά του) και την κοινωνία.
  2. Η μετάβαση από την φυσική κατάσταση του ανθρώπου στην νεωτερικότητα – πολιτική κοινωνία, γίνεται με τον νομικό όρο του καταπιστεύματος («trust» = εμπιστοσύνη, παρακαταθήκη, καταπίστευμα). Το καταπίστευμα αποτελεί μια συμφωνία μεταξύ των δύο ανθρώπων οπού ο ένας γίνεται νομικός κάτοχος ιδιοκτησίας. Αυτή εγγυάται την διατήρηση της και την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων.

Συνεπώς, το ανάξιο αυτό σύστημα κυβέρνησης είχε μεγάλες αρνητικές επιπτώσεις στον ευρύτερο κορμό της κοινωνίας. Συντρίφθηκε ο νόμος του φυσικού δικαίου που υπερίσχυε μόνο στο εσωτερικό της κοινωνίας χάνοντας την αξιοπιστία του λόγω της εγκατάστασης της ατομικής ιδιοκτησίας. Οι άνθρωποι υποδουλώθηκαν κυριολεκτικά στους ανωτέρους πλούσιους χάνοντας την ατομική τους ελευθέρια που κατείχαν αμιγώς στην φυσική τους κατάσταση. Αναγκάστηκαν να καλέσουν άλλες κυνικές αρετές όπως τις συνομωσίες, την διεξαγωγή πολέμου, ανήθικες σκέψεις προκειμένου να πολεμήσουν την σκληρότητα των ισχυρών. Στη συνέχεια, εδραιώθηκε η έννοια του κράτους μαζί με την εγωιστική διαχείριση των κοινοτήτων από τους σφετεριστές πλουσίους. Όλα τα παραπάνω αντικατέστησαν την φυσικότητα του ενσωματώνοντας πολλαπλά χαρακτηριστικά που ήταν αναγκαία για την επιβίωση του στον κώδικα του αστικού δικαίου.

Κοινωνική κινητικότητα σε καιρό επαναστάσεων και ειρήνης στο Βυζάντιο.

Το Βυζάντιο χαρακτηρίζεται ως ένα κράτος με μεγάλη κοινωνική κινητικότητα ιδιαίτερα μεταξύ των αυτοκρατόρων στην διαδοχή αλλά και στον διοικητικό, στρατιωτικό τομέα. Αυτοκράτορες συνέχεια διαδέχονταν ο ένας τον άλλο σε συνδυασμό με την επιλογή από τον καθένα εγκεκριμένα μέλη στην φρουρά και διοίκηση προς βοήθεια στο σεβαστό πάντα πρόσωπο του αυτοκράτορα. Αυτό γινόταν λόγω της μεγαλειώδους μορφής της ίδιας της αυτοκρατορίας που ενίσχυε τις επιθετικές επιδρομές διαφόρων φυλετικών πληθυσμών που δημιουργούσαν συνεχώς πολλές ανακατατάξεις  σε όλη την διάρκεια ζωής της αυτοκρατορίας.


Η κοινωνική ιεραρχία ορίζονταν σε ομάδες και όχι σε τάξεις όπως σήμερα. Ο αυτοκράτορας ήταν στην βάση της πυραμίδας που ανεβαίνει στην εξουσία μέσω αξίας, κύρους, φήμης, κληρονομικότητας π.χ ο Ιουστίνος, θείος του Ιουστινιανού. Τον ακολουθούν οι μεγάλοι και δυνατοί ( στρατιωτικοί, γαιοκτήμονες, συγκλητικοί, αξιωματικοί)- οι κληρικοί ως μια ξεχωριστή κατηγορία. Στην μεσαία περιοχή της πυραμίδας οι έμποροι και στο κατώτερη οι δούλοι, φτωχοί και πένητες. Αρχικά υπήρχε αυστηρή κοινωνική ιεραρχία με κρατικό παρεμβατισμό από τον 4ο-7ο αιώνα. Από τον 9ο εμφανίζονται οι μεγάλοι γαιοκτήμονες ως οι μεγάλοι δυνατοί. Τον 10ο αιώνα γίνεται η προσπάθεια εξισορρόπησης της κοινωνικής κατάστασης όμως τον 11ο αιώνα εμφανίζονται οι Κομνηνοί που επικρατούν χάρη στην στρατιωτική, αξιωματική πολιτική τους με την αριστοκρατία τους ενώ τον 12ο αποδυναμώνονται λόγω της ανόδου της αστικής τάξης.


Όσον αφοράν την ιδιοκτησία, υπήρχαν πολλές διακυμάνσεις και εδώ. Από την ίδρυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας που ήταν η συνέχεια της ρωμαίκης κατά κύριο λόγο επικράτησε η μεγάλη ιδιοκτησία π.χ ρωμαικές βίλλες. Από τον 7ο-9ο αιώνα λόγω των σλαβικών επιδρομών χάθηκαν πολλές μεγάλες ιδιοκτησίες και επικράτησαν οι μεσαίες και οι μικρές. Παράλληλα, με την εμφάνιση των θεμάτων που ήταν αυτόνομες στρατιωτικές και διοικητικές περιφέρειες βοήθησαν στην παρουσία μόνιμου στρατού στην αυτοκρατορία. Από τον 10ο υπερισχύουν οι δυνατοί αφού έχουμε γενικότερη ακμή με αποτέλεσμα να αγοράζουν τις ιδιοκτησίες των φτωχών προστατεύοντας εκείνους που δεν δύνανται να απονέμουν τους φόρους προς το Βυζαντινό Κράτος. Στο αγροτικό βασίστηκε το Βυζάντιο ώστε να επιτελέσει την αυτάρκεια της κοινωνίας αφήνοντας το βάρος στο ασθενέστερο μέλος της κοινωνικής ιεραρχίας που ικανοποιούσε όλη την κοινωνία. Ένα σημαντικό απόφθεγμα απόδειξης της κυριαρχίας των δυνατών στο αγροτικό αποτελούν οι νεαρές του Ρωμανού Α’ Λακαπηνού περί 922. Οι νεαρές ήταν νόμοι που εκδόθηκαν πρώτη φορά επί Ιουστινιανού και είχαν μεγάλη ισχύ. Η συγκεκριμένη ήταν ένα σύστημα προτιμήσεων γης από το κράτος που αγοράζονταν από μεγάλο-γαιοκτήμονες σε εξευτελιστικές τιμές. Δόθηκε μεγάλη ελευθερία στους δυνατούς λόγω της ισχυρής τους θέσης αλλά και χάρη στον δυνατό χειμώνα του 927-8. Με αυτόν τον τρόπο οι φτωχοί εντάχθηκαν ως πάροικοι στην γη τους που αγοράστηκε από τους μεγάλο-γαιοκτήμονες. Επί Κομνηνών και Παλαιολόγων με τη χαριστική δωρεά παραχωρούνταν γαίες στην εκκλησία και σε ιδιώτες μεγάλο-γαιοκτήμονες. Αποτέλεσμα όλης αυτής της διένεξης οδήγησε στην αλλοίωση της σχέσης γεωργίας-οικονομίας με επακόλουθο την αγροτική εκμετάλλευσης των αγροτών από τους μεγάλο-γαιοκτήμονες που κατείχαν την μεγαλύτερη δύναμη.

Εν καιρώ αναβρασμού ο λαός εξεγείρονταν σε πολλές περιπτώσεις λόγω ποικίλλων κοινωνικών προβλημάτων όπως:

  •  Θρησκευτικές διαμάχες(εικονομαχία, αιρέσεις)
  • Η ανυπόφορη σε βάρος τους φορολογία.
  • Κρατικός Παρεμβατισμός
  • Ο Οικονομικός και κοινωνικός εκφυλισμός.
  • Πολιτικό-Κοινωνικές συνθήκες (χάσμα εκκλησίας-κράτους, κρατική αυθαιρεσία, εκμετάλλευση των μικρό-καλλιεργητών με υπερίσχυση των δυνατών)

Συνήθως επικρατούσαν σύντομα ξεσπάσματα διαμαρτυρίας, οργής όπως το κίνημα του Θωμά του Σλάβου (823), Στάση του Νίκα(532), κίνημα των Βωγομίλων (διωγμοί, μετακινήσεις επί Αλεξίου Α’). Επίσης χαρακτηριστικό αποτέλεσε το κίνημα των Ζηλωτών που ήταν μια εξέγερση κοινωνικού χαρακτήρα στη Θεσσαλονίκη που είχε συνέπεια ο λαός να πάρει την εξουσία στα χέρια του με διάθεση ανεξαρτητοποίησης.